logotype

Σύντομη Ιστορική αναδρομή

Μια από τις πλέον τραγικές και διαιωνιζόμενες επιπτώσεις της τραγικής εισβολής αφορά την τύχη 1.619 ακουσίως αφανισθέντων (αγνοουμένοι) Eλλαδιτών και Ελληνοκυπρίων . Από αυτούς το 61% είναι  στρατιωτικό προσωπικό και το 39% πολίτες, μεταξύ των οποίων 116 γυναίκες και 27 παιδιά κάτω των 16 ετών. Ο αριθμός αυτός είναι εντυπωσιακός εάν αναχθεί σε ποσοστό του πληθυσμού άλλων κρατών π.χ. 500.000 Αμερικανοί και επιπλέον για πόλεμο 5 ημερών. Ο αριθμός των αγνοουμένων έχει τώρα μειωθεί καθώς έχουν αναγνωριστεί τα λείψανα 249 (Νοέμβριος 2011) Ελλήνων και Ελληνοκυπρίων από το Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου σε συνεργασία με το Ανθρωπολογικό Εργαστήριο της ΔΕΑ υπό την επίβλεψη του ArgentineForensicAnthropologyTeam που εργάζονται για λογαριασμό των Ηνωμένων Εθνών και της Διερευνητικής Επιτροπής Αγνοουμένων (ΔΕΑ) στην Κύπρο. Τα λείψανα αυτά έχουν αναγνωριστεί από το 2005, τρείς δεκαετίες μετά την τουρκική εισβολή. Η Τουρκία, τις παραμονές των ενταξιακών της συνομιλιών με την Ε.Ε., δέχθηκε αυξανόμενες ευρωπαϊκές  πιέσεις να συνεργαστεί σε ένα πρωτίστως ανθρωπιστικό θέμα. Είναι σημαντικό το ζήτημα να κλείσει με την περισυλλογή και την ταφή των λειψάνων των αγνοουμένων σύμφωνα με τα έθιμα και τις παραδόσεις της  κοινωνίας μας.

Στοιχεία συγκεντρωμένα από ποικίλες πηγές, μεταξύ των οποίων καταθέσεις, δημοσιογραφικές καταγραφές και αρχεία του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού, δείχνουν ότι οι αγνοούμενοι βρίσκονταν υπό τουρκική κράτηση σε περιστάσεις απειλής κατά της ζωής τη στιγμή της εξαφάνισης τους. Πολλά από αυτά τα άτομα είχαν μεταφερθεί στην Τουρκία αλλά δεν είχαν επιστραφεί όταν έγιναν ανταλλαγές των αιχμαλώτων. Η τουρκική κυβέρνηση ποτέ δεν έχει παρουσιάσει κανένα στοιχείο από τα αρχεία της για τους αγνοουμένους ή τους αιχμαλώτους πολέμου όπως απαιτείται από τη Σύμβαση της Γενεύης, και δεν έχει συνεργαστεί με καμία από τις διεθνείς υπηρεσίες για το θέμα αυτό. Στις 3 Ιανουαρίου 1996, σε συνέντευξη του σε τουρκοκυπριακά και ελληνοκυπριακά μέσα ενημέρωσης, ο Τουρκοκύπριος ηγέτης Ραούφ Ντενκτάς παραδέχθηκε ότι ο τουρκικός στρατός είχε παραδώσει σε Τουρκοκύπριους ατάκτους πολλούς από τους αιχμαλώτους οι οποίοι αργότερα εκτελέστηκαν. Η πράξη αυτή αποτελούσε σαφή παραβίαση τόσο της Τρίτης όσο και της Τέταρτης Σύμβασης της Γενεύης του 1949, τις οποίες η Τουρκία έχει υπογράψει και επικυρώσει.

Στις 9 Δεκεμβρίου 1975, η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ υιοθέτησε το Ψήφισμα 3450 το οποίο ζητούσε από το Γενικό Γραμματέα και τη Διεθνή Επιτροπή του Ερυθρού Σταυρού να βοηθήσουν στον εντοπισμό όλων των Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων αγνοουμένων. Μετά από παρατεταμένες διαπραγματεύσεις εξαιτίας των παρελκυστικών μεθοδεύσεων της Τουρκίας, στις 22 Απριλίου 1981 συστάθηκε στην Κύπρο μια Διερευνητική Επιτροπή Αγνοουμένων (ΔΕΑ). Η ΔΕΑ κατάφερε τελικά να συμφωνήσει για τις κατευθυντήριες γραμμές των ερευνών μόλις το 1994, σχεδόν δεκατρία χρόνια μετά τη σύσταση της. Στην τριμελή ΔΕΑ συμμετέχει ένας εκπρόσωπος από καθεμία από τις μεγαλύτερες κυπριακές κοινότητες και ένας εκπρόσωπος των Ηνωμένων Εθνών. Το έργο της ΔΕΑ παρεμποδίστηκε από μία σειρά παραγόντων, μεταξύ των οποίων:

·         Η έλλειψη συνεργασίας και μη συμμετοχή της Τουρκίας σε οποιαδήποτε από τις σχετικές ενέργειες

 

·         Η  μη συμμετοχή της Ελλάδος ως μέλος της Επιτροπής

 

·         Τα περιορισμένα πλαίσια αρμοδιότητας της ΔΕΑ. Η Επιτροπή δεν μπορούσε να αποδώσει ευθύνες για το θάνατο κανενός από τους αγνοουμένους ούτε να προσδιορίσει  την αιτία θανάτου

 

·         Το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν είχε την εξουσία να διεξαγάγει έρευνες στην Τουρκία, να εξετάσει Τούρκους αξιωματούχους, ή να υποχρεώσει αυτόπτες μάρτυρες να καταθέσουν

 

  • ·         Η απαιτούμενη ομοφωνία για τη λήψη αποφάσεων της Επιτροπής

 

  • ·         Ζητήματα χρηματοδότησης και, μέχρι πρόσφατα, η απουσία της κατάλληλης τεχνικής υποστήριξης

 

  • ·         Η διστακτικότητα των μαρτύρων να καταθέσουν  για τα γεγονότα, θάνατος μαρτύρων

 

  • ·         Έργα έντονης οικοδόμησης και αξιοποίησης της γης σε περιοχές της κατεχόμενης Κύπρου για τις οποίες υπάρχουν υποψίες ότι αποτελούν τόπους ταφής

 

  • ·         Έλλειψη εμπιστοσύνης μεταξύ των μελών της ΔΕΑ

 

  • ·         Η αναποτελεσματική ηγεσία των πρώτων εκπροσώπων του ΟΗΕ στην ΔΕΑ.

Η αποτελεσματικότητα της ΔΕΑ βελτιώθηκε μετά το 2005 όταν η Τουρκία, υπό την ευρωπαϊκή πίεση, επέτρεψε μεγαλύτερα περιθώρια ενεργειών στον Τουρκοκύπριο εκπρόσωπο. Η βελτιωμένη χρηματοδότηση και τεχνική υποστήριξη διευκόλυνε τις έρευνες, την εκταφή των λειψάνων και την αναγνώριση τους μέσω ανάλυσης DNA.

Η Τουρκία δεν έλαβε μέρος σε αυτές τις διαδικασίες με στόχο:

  • ·         Να αποφύγει τις ευθύνες για τις πράξεις των αξιωματούχων της και των υποκατάστατων οργάνων της

 

  • ·         Να ανυψώσει το κύρος της δικής της «υποτελούς τοπικής διοίκησης» ως συνομιλητή για ένα θέμα που δημιουργήθηκε από την τουρκική εισβολή

 

  • ·         Να αποδώσει το θέμα των αγνοουμένων σε προγενέστερα διακοινοτικά προβλήματα και όχι στην τουρκική εισβολή και τη συνεχιζόμενη κατοχή

 

  • ·         Να παρουσιάσει το θέμα των αγνοουμένων ως απόδειξη της «αδυναμίας» των κοινοτήτων να συμβιώσουν, κάτι που θα συνηγορούσε σε μια λύση βασισμένη στον πλήρη διαχωρισμό των δύο κοινοτήτων.

 

Το θέμα των  αγνοουμένων της Κύπρου αποτέλεσε αντικείμενο συζητήσεων και ενεργειών στα ακόλουθα όργανα:

·         Το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ

·         Την Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ

·         Την Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ

·         Την Κοινοβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης

·         Την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων

·         Το Ευρωπαϊκό δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

 

Η έλλειψη συνεργασίας από μέρους της Τουρκίας σε μια κατ’ εξοχήν ανθρωπιστική υπόθεση είχε σημαντικές πολιτικές επιπτώσεις, καθώς ευρωπαϊκά νομικά, όργανα αποφάνθηκαν ότι για οποιαδήποτε παραβίαση που αφορά τα δικαιώματα των αγνοουμένων και των οικογενειών τους υπεύθυνη είναι η Τουρκία εξαιτίας του αποτελεσματικού της ελέγχου επί της κατεχόμενης Κύπρου.

Το θέμα των αγνοουμένων τέθηκε από τις δύο πρώτες διακρατικές προσφυγές που υποβλήθηκαν από την Κύπρο κατά της Τουρκίας το 1974 και το 1975 στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Στην έκθεση της του 1976, η Επιτροπή έκρινε την Τουρκία υπεύθυνη για παραβιάσεις πολυάριθμων άρθρων της Ευρωπαϊκής Σύμβασης. Υπήρχαν τεκμήρια ευθύνης για τη μοίρα όσων προσώπων βρίσκονταν υπό τουρκική κράτηση σε συνθήκες απειλής κατά της ζωής. Υπήρχε επίσης το θέμα της έλλειψης πληροφόρησης προς τις οικογένειες των αγνοουμένων.

Στην ιστορική απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στις 10 Μαΐου 2001 για την τέταρτη διακρατική προσφυγή της Κύπρου κατά της Τουρκίας, το Δικαστήριο με ψήφους 16-1, με τη μία αρνητική ψήφο να είναι εκείνη του Τούρκου δικαστή, έκρινε την Τουρκία ένοχη για σοβαρές παραβιάσεις της Σύμβασης, μεταξύ των οποίων για:

·         Τη συνεχιζόμενη παραβίαση του άρθρου 2 της σύμβασης (δικαίωμα στη ζωή), εξαιτίας της παράλειψης των τουρκικών αρχών να διεξαγάγουν αποτελεσματική έρευνα για τη τύχη των αγνοουμένων που εξαφανίστηκαν σε συνθήκες απειλής κατά της ζωής τους

 

·         Τη συνεχιζόμενη παραβίαση του άρθρου 5 (δικαίωμα στην ελευθερία και την ασφάλεια) επειδή παρέλειψε να διεξαγάγει αποτελεσματική έρευνα για το που βρίσκονται και ποια είναι η τύχη των Ελληνοκυπρίων που κρατούνταν από τους Τούρκους τη στιγμή της εξαφάνισής τους

 

·         Τη συνεχιζόμενη παραβίαση του άρθρου 3 (απαγόρευση της απάνθρωπης η εξευτελιστικής μεταχείρισης). Η απουσία θετικής ανταπόκρισης από τις τουρκικές αρχές απέναντι στις πραγματικές ανησυχίες των συγγενών των αγνοουμένων προσεγγίζει ένα επίπεδο σκληρότητας που θα μπορούσε να κατηγοριοποιηθεί μόνο ως «απάνθρωπη μεταχείριση».

Επιπρόσθετα , το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων συμπέρανε ότι η απόφαση και η έρευνα του δεν εμποδίστηκε από το έργο της ΔΕΑ όπως υποστήριξε η Τουρκία. Η ΔΕΑ διέθετε περιορισμένη εντολή, δεν μπορούσε να προσδιορίσει τα μέρη που ήταν υπεύθυνα για την τύχη των αγνοουμένων, ενώ ταυτόχρονα η εδαφική της δικαιοδοσία περιοριζόταν στη Κύπρο και της αποκλειόταν, η πρόσβαση σε Τούρκους αξιωματούχους.

Μια πρόσφατη απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (10 Ιανουαρίου 2008) για τις υποθέσεις που υποβλήθηκαν κατά της Τουρκίας από εννέα από τις οικογένειες των αγνοουμένων κατέληξε σε παρόμοια συμπεράσματα με εκείνα της απόφασης του Δικαστηρίου στην τέταρτη διακρατική προσφυγή της Κύπρου στις 10 Μαΐου 2001.

Η  Ελλάδα μέχρι σήμερα, επίσημα και διπλωματικά είναι αδρανής, έχει τηρήσει σκιώδη στάση με πολλά ερωτηματικά

 

Η  Κύπρος έχει ζητήσει από τη Τουρκία να παρουσιάσει:

·         Πλήρεις καταλόγους των Ελληνοκυπρίων αιχμαλώτων πολέμου που μεταφέρθηκαν στην Τουρκία και όχι μόνον εκείνων που περιλαμβάνονται στους καταλόγους επαναπατρισμού του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού

 

·         Πλήρη κατάλογο των ατόμων που περιλαμβάνονταν στους καταλόγους του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού αλλά δεν επαναπατρίστηκαν στην Κύπρο

 

·         Πληροφορίες για τους κρατούμενους και για τους αιχμαλώτους πολέμου που μεταφέρθηκαν στη Τουρκία πριν από την ενεργοποίηση του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού

 

·         Στρατιωτικές αναφορές και αρχεία για τους αριθμούς των ατόμων που μεταφέρθηκαν στην Τουρκία και κρατήθηκαν σε τουρκικές φυλακές

 

·         Στοιχεία για τους πεσόντες στο πεδίο μάχης και τους αριθμούς των αιχμαλώτων πολέμου που σκοτώθηκαν ή κρατήθηκαν σε τουρκικές φυλακές το 1974

 

·         Πληροφορίες για κρατούμενους σε τουρκικές φυλακές που μεταφέρθηκαν για ιατρική περίθαλψη

 

·         Φωτογραφίες  όλων των Ελληνοκυπρίων που μεταφέρθηκαν στην Τουρκία, δεδομένου ότι οι τουρκικές αρχές έβγαλαν δύο φωτογραφίες του κάθε ατόμου.

Είναι περιττό να αναφερθεί ότι η Τουρκία ακόμα δεν έχει συμμορφωθεί με το αίτημα αυτό ή με τη απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ή με την απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ανθρώπινων Δικαιωμάτων για τους  αγνοούμενους. Αυτό το μεγάλο ανθρωπιστικό δράμα αποτελεί στίγμα για την Τουρκία, μία χώρα που φιλοδοξεί να γίνει μέλος της ΕΕ.

 

«…Για το Δικαστήριο, η σιωπή των αρχών του ερωτώμενου κράτους (της Τουρκίας) απέναντι στις πραγματικές ανησυχίες των συγγενών των αγνοουμένων προσεγγίζει ένα επίπεδο σκληρότητας που μπορεί να κατηγοριοποιηθεί μόνον ως απάνθρωπη μεταχείριση υπό την έννοια του άρθρου 3…»

(Συμβούλιο της Ευρώπης, Ε.Δ.Α.Δ. , Υπόθεση Κύπρου εναντίον Τουρκίας, Απόφαση 10 Μαΐου 2001) 

Ε.Δ.Α.Δ.  (Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων)

Την υλοποίηση των  Αποφάσεων του Ε.Δ.Α.Δ. παρακολουθεί η Ε.Μ.Α. (Επιτροπή Μονίμων Αντιπροσώπων) των χωρών μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης. Δυστυχώς μέχρι σήμερα η Τουρκία επιδιώκει και καταφέρνει να μην λογοδοτεί για την απάνθρωπη συμπεριφορά της και η απαξίωση  της  ανθρώπινης αξιοπρέπειας συνεχίζεται.